Με εξοντωτικά πρόστιμα μπαίνει το 2014

Με την ψήφιση των δυο νόμων, πριν το κλείσιμο της βουλής, ολοκληρώθηκε η επίθεση του κράτους στην επιχειρηματικότητα. Με την ψήφιση των νόμων 4172/2013 για το εισόδημα και 4174/2013 για τον Κώδικα φορολογικής διαδικασίας, τον Ιούλιο του 2013 το υπουργείο οικονομικών, θεωρητικά, προσπάθησε να «ρυθμίσει» τα φορολογικά θέματα.

Όμως τόσο το φορολογικό νομοσχέδιο, με τους συντελεστές φορολογίας , όσο και ο κώδικας φορολογικής διαδικασίας, έφερε αναστάτωση στην αγορά και ποινικοποίηση της επιχειρηματικότητας.
Η προσπάθεια «απλοποίησης» του Ν. 2523/1997, το γνωστό ποινολόγιο, αντί να βοηθήσει στην είσπραξη των ληξιπρόθεσμων και να επιβάλει πρόστιμα σε όσους φοροδιαφεύγουν, προσπαθεί, με εξοντωτικά πρόστιμα σε διαδικαστικές παραβάσεις , να χτυπήσει τους μικρομεσαίους και τους επαγγελματίες του χώρου , λογιστές και λογιστικά γραφεία.

Με τον Ν. 4174/2013, ουσιαστικά καταργείται η αρχή που είχε θεσπίσει το προηγούμενο ποινολόγιο, ότι δεν επιβάλλεται διπλή ποινή σε διαδικαστικές παραβάσεις.

Θεσμοθετεί την αρχή «φόρος + τόκος + πρόστιμο» και ποιο συγκεκριμένα:

Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής
1. Καταβολή τόκων, από τον φορολογούμενο: Όταν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί μέσα στη νόμιμη προθεσμία ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκους για το ποσό του φόρου από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας μέχρι την ημερομηνία καταβολής του φόρου. Ως αφετηρία υπολογισμού των τόκων, σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή τροποποιητικής δήλωσης, εκτιμώμενου, διορθωτικού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας που έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί ο φόρος που προκύπτει από την εκπρόθεσμη ή τροποποιητική δήλωση ή από την πράξη προσδιορισμού.
2. Καταβολή τόκων στον φορολογούμενο: Όταν από τον φορολογούμενο καταβληθεί υπερβάλλον ποσό φόρου (αχρεώστητη καταβολή) καταβάλλονται σ’ αυτόν τόκοι από την ημερομηνία αίτησης επιστροφής μέχρι την ημερομηνία επιστροφής του, εκτός εάν η επιστροφή του φόρου γίνει εντός 90 ημερών από την υποβολή της αίτησης. Εάν το υπερβάλλον ποσό φόρου συμψηφιστεί με άλλες φορολογικές οφειλές, το ποσό θεωρείται ότι επιστράφηκε κατά το χρόνο του συμψηφισμού.
3. Τόκοι επί τόκων: Δεν υπολογίζονται και δεν οφείλονται τόκοι επί τόκων.
4. Απόφαση Γενικού Γραμματέα: Το επιτόκιο υπολογισμού τόκων ορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ
Πέρα από την επιβολή του προστίμου για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στον πίνακα (Ύψος προστίμου), θεσπίζεται φορολογική μνήμη πέντε (5) ετών. Αν λοιπόν ο φορολογούμενος υποπέσει σε φορολογική παράβαση μέσα στην πενταετία, τα πρόστιμα διπλασιάζονται την δεύτερη φορά και υπερδιπλασιάζονται την τρίτη.

Αν δηλαδή ένας φορολογούμενος δεν καταθέσει μια πιστωτική ή μηδενική δήλωση ΦΠΑ, (δεν παράγει φόρο) πληρώνει πρόστιμο 100 ευρώ. Στην δεύτερη φορολογική παράβαση π.χ. δεν κατέθεσε Ανακεφαλαιωτικός πίνακα Ενδοκοινοτικών Παραδόσεων Αγαθών και Παρεχόμενων Υπηρεσιών (Φ4) , το πρόστιμο πάει στα 200 ευρώ . Στην τρίτη παρόμοια παράβαση (μέσα στην πενταετία πάντα), το πρόστιμο ανεβαίνει στα 400 ευρώ. Κάθε πρόστιμο από εκεί και πέρα θα είναι 400 ευρώ.

Σκεφτείτε λοιπόν, αν μέσα στην πενταετία, τα πρόστιμα αυτά είναι για δηλώσεις που παράγουν φόρο, θα έχουμε : α) για απλογραφικά βιβλία 1.000, 2.000 και 4.000 ευρώ και β) για διπλογραφικά βιβλία 2.500, 5.000 και 10.000 ευρώ.

Να σημειώσουμε ότι κάθε παράβαση από την τρίτη και πάνω, θα «κοστίζει» 4.000 για απλογραφικά και 10.000 για διπλογραφικά.




Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής

Αν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί μέσα σε 2 μήνες από την παρέλευση του χρόνου καταβολής επιβάλλεται πρόστιμο 10% του φόρου που δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα.

Αν το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά από 1 έτος, το πρόστιμο ανέρχεται σε 20%.

Αν το ποσό του φόρου καταβληθεί μετά από 2 έτη, το πρόστιμο ανέρχεται στο 30%.

Με τον νόμο για τους πλειστηριασμούς και τις τροποποιήσεις του Κ.Ε.Δ.Ε. το μέτρο του προστίμου για την εκπρόθεσμη καταβολής επεκτάθηκε, μέσω του ΚΕΔΕ και σε άλλες οφειλές προς το Δημόσιο:

«Άρθρο 6
Τόκοι και πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής
1. Για οποιοδήποτε ποσό χρέους γίνεται ληξιπρόθεσμο, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τόκους και πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53 και 57 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013), όπως ισχύει. Προκειμένου περί δημοσίων εσόδων, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κώδικα, πλην των τελωνειακών, το χρονικό διάστημα των δύο (2) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυξάνεται σε έξι (6) μήνες. Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, δεν επιβάλλεται στις περιπτώσεις των οφειλών, οι οποίες προέρχονται από επιβολή προστίμων σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη της κείμενης νομοθεσίας.
Για χρέη από συμβάσεις οι τόκοι ορίζονται ως ανωτέρω, εκτός αν προβλέπεται άλλη ρύθμιση με ρητό όρο της σύμβασης, και υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας που πρέπει, σύμφωνα με τη σύμβαση, να καταβληθεί η οφειλή μερικά ή ολικά.
2. Η πίστωση χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένης οφειλής αποσβένει την υποχρέωση του οφειλέτη με την ακόλουθη σειρά: α) έξοδα είσπραξης, β) τόκοι γ) πρόστιμο και δ) αρχικό ποσό της οφειλής.
3. Οι τόκοι και το πρόστιμο της παραγράφου 1 υπολογίζονται και επί των εσόδων υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), Ειδικών Ταμείων και εν γένει νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συνεισπράττονται με τα δημόσια έσοδα από τη Φορολογική Διοίκηση.
4. Ο οφειλέτης δύναται να ζητά απαλλαγή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και αυτών προς τους τρίτους, των οποίων η είσπραξη έχει ανατεθεί στη Φορολογική Διοίκηση, από τους τόκους και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής της παραγράφου 1, εφόσον η
μη εμπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Απαλλαγή δεν χορηγείται, αν δεν έχουν εξοφληθεί, πριν από το αίτημα απαλλαγής, όλοι οι φόροι για τους οποίους επιβλήθηκαν οι τόκοι και το πρόστιμο. Το αίτημα απαλλαγής απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και: α) υποβάλλεται εγγράφως, β) περιέχει τα στοιχεία και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του οφειλέτη, γ) φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή νόμιμα εξουσιοδοτημένου προσώπου και δ) περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός τριάντα (30) ημερών και κοινοποιεί την απόφαση στον οφειλέτη κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/ 2013. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή είσπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν απαλλάσσει τα χρέη από τους τόκους άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 4174/ 2013, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, για το ποσό που εν τέλει οφείλεται.
6. Δεν υπόκεινται στους τόκους και το πρόστιμο της παραγράφου 1 οι από κάθε αιτία οφειλές: α) των στρατευμένων με υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, από την πρώτη ημέρα του μήνα της στράτευσής τους, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα από την αποστράτευσή τους, του μήνα της αποστράτευσης θεωρουμένου ως πρώτου, με εξαίρεση τα ελλείμματα της δημόσιας διαχείρισης και β) των ανηλίκων, για όσο διάστημα στερούνται εκπροσώπησης και επί ένα εξάμηνο μετά την απόκτηση αυτής.
7. Σε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου δεν είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), οι διατάξεις αυτού υπερισχύουν, για τα έσοδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.»

Πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης ή μη υποβολής δήλωσης
1. Πρόστιμο ανακριβούς δήλωσης
Όταν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση υπολείπεται του φόρου με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο στη διαφορά φόρου ως εξής:
α) 10% του ποσού της διαφοράς, εάν το ποσό ανέρχεται σε ποσοστό 5-20% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση.
β) 30% του ποσού της διαφοράς, εάν το ποσό ανέρχεται σε ποσοστό πάνω από 20% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση.
γ) 100% του ποσού της διαφοράς, εάν το ποσό ανέρχεται σε ποσοστό το 50% του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογούμενου.
2. Πρόστιμο ισόποσο, σε μη υποβολή δήλωσης

Σε μη υποβολή δήλωσης, που προκύπτει υποχρέωση καταβολής φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση.

Πρόστιμο μη καταβολής παρακρατούμενων φόρων
Όταν δεν αποδίδεται παρακρατηθείς φόρος μέσα στη νόμιμη προθεσμία για καταβολή, στον υπόχρεο επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.

Τι γίνεται με εκκρεμείς υποθέσεις που αφορούν χρήσεις μέχρι την 31/12/2013
Σύμφωνα με τις αλλαγές που επήλθαν με τον νόμο για τον ΕΝ.Φ.Ι.Α, οι δηλώσεις που κατατίθενται μετά την 1.1.2014 και αφορούν χρήσεις μέχρι 31.12.2013, αντιμετωπίζονται με τα πρόστιμα του παλιού ποινολογίου (Ν.2523/2013). Μετά την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 53 (Τόκοι εκπρόθεσμης καταβολής) και 57 (Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής) του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
«17. Στις πράξεις καταλογισμού οποιουδήποτε φόρου που εκδίδονται μετά την 1.1.2014 και αφορούν εν γένει φορολογικές υποχρεώσεις, χρήσεις, περιόδους ή υποθέσεις έως την 31.12.2013, εξακολουθούν να επιβάλλονται οι πρόσθετοι φόροι του άρθρου 1 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυε κατά φορολογία και χρήση. Μετά την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 53 και 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
18. Για την υποβολή μετά την 1.1.2014, εκπρόθεσμων χρεωστικών δηλώσεων που αφορούν χρήσεις, περιόδους, υποθέσεις ή εν γένει φορολογικές υποχρεώσεις έως 31.12.2013, επιβάλλονται οι πρόσθετοι φόροι του άρθρου 1 του ν. 2523/1997, όπως ισχύουν κατά φορολογία και χρήση. Μετά την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 53 και 57 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
19. Για την υποβολή, μετά την 1.1.2014, εκπροθέσμων δηλώσεων από τις οποίες δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση ή δηλώσεων πληροφοριακού χαρακτήρα που αφορούν περιόδους έως την 31.12.2013, επιβάλλονται τα πρόστιμα του άρθρου 4 του ν. 2523/1997 µε τον περιορισμό το καταβλητέο σε καθεμία περίπτωση ποσό να µην ξεπερνά το προβλεπόμενο στο άρθρο 54 παρ. 2 περίπτωση α΄ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.»

Του Απόστολου Αλωνιάτη*

http://www.newmoney.gr/